Γενικά για τη Λήμνο

Γενικά για τη Λήμνο

Η Λήμνος βρίσκεται στη Βορειανατολική άκρη του Αιγαίου ανάμεσα στη Σαμοθράκη, το Άγιον Όρος, την Λέσβο και την Ίμβρο. Είναι το όγδοο σε μέγεθος Ελληνικό νησί και έχει μια αξιοσημείωτη σε μάκρος ακτογραμμή, με δεκάδες όρμους και εγκολπώσεις να της προσδίδουν ένα μοναδικό σχήμα.

Ανήκει διοικητικά στο Νομό Λέσβου και μαζί με το νησί του Άγιου Ευστρατίου συγκροτούν την Επαρχία Λήμνου. Χαμηλή θα λέγαμε η βλάστησή της, ηφαιστιογενείς οι πετρώδεις σχηματισμοί, ήπιοι οι ορεινοί όγκοι της και όπως διαφημίζουν τον χαρακτήρα της νήσου, οι αναβαθμίδες, οι πετρόχτιστες μάντρες, οι ανεμόμυλοι και τ’αναρίθμητα ξωκλήσια, της χαρίζουν μια αυστηρή και απρόσμενη ομορφιά.

Μέχρι τη δεκαετία του ’50 παραγόταν στο νησί βαμβάκι περιζήτητο στις αγορές. Μετά από το βαμβάκι της Αλεξανδρείας θεωρούνταν το καλύτερο. Είχε χτιστεί μάλιστα εκκοκιστήριο – ένα εντυπωσιακό πέτρινο κτίριο στην έξοδο της Μύρινας – για την επεξεργασία του. Το σκληρό σιτάρι του νησιού ήταν και εξακολουθεί να είναι εξαιρετικής ποιότητας. Από αυτό γίνονται και οι χυλόπιτες – φλομάρια τις λένε στη Λήμνο – που παράγουν οι τοπικές βιοτεχνίες. Στην εποχή του Βυζαντίου αποτέλεσε το σιτοβόλωνα της Κωνσταντινούπολης.

Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια η παραγωγή του έχει μειωθεί. Το κρασί του νησιού είναι πασίγνωστο. Τα περισσότερα αμπέλια καλλιεργούνται στην περιοχή του Αγίου Δημητρίου. Και το μέλι – θυμαρίσιο και ιδιαίτερα εύγευστο – γίνεται ανάρπαστο. Ιδιαίτερος λόγος για το τυρί δε χρειάζεται να γίνει. Το καλαθάκι Λήμνου το ξηρό τυρί έχουν αναρίθμητους θαυμαστές σ' όλον τον κόσμο.

Πρωτεύουσα του νησιού είναι η Μύρινα. Μύρινα ήταν το όνομα της γυναίκας του πρώτου βασιλιά της Λήμνου, του Θόαντα. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’50 την έλεγαν Κάστρο, οι παλιότεροι τη λένε ακόμα Χώρα.

Κάτω από το κάστρο και απέναντι από τον όγκο του Άθω, απλώνεται ο Ρωμέικος γιαλός. Κατά μήκος της παραλίας ευρίσκονται τα σπίτια της Λημνιακής αριστοκρατίας – νεοκλασικά – που χτίστηκαν στα τέλη του περασμένου αιώνα. Πρόκειται για τα σπίτια των απογόνων αυτών των Λημνίων που στις σφαγές μετά τα Ορλωφικά έφυγαν από το νησί. Τον περασμένο αιώνα αντλούσαν την οικονομική τους υπεροχή από επιχειρήσεις που διατηρούσαν στην Αίγυπτο, από το στόλο τους αλλά και από μεγάλες εκτάσεις καλλιεργήσιμες που κατείχαν στο νησί. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, τα σπίτια αυτά υπήρξαν το αποτέλεσμα των "Αιγυπτιακών εμβασμάτων και του δυτικοφερμένου εκλεκτισμού".

Στο Μουσείο – νεοκλασικό κτίριο του Ρωμέικου γυαλού που πρόσφατα αναπαλαιώθηκε, φυλάσσονται και εκτίθενται τα ευρήματα που απέδωσαν οι ανασκαφές της Ιταλικής Αρχαιολογικής Σχολής και της Κ’ Εφορείας Κλασικών και Προϊστορικών Αρχαιοτήτων, καθώς και εκείνα που έφτασαν στη Λήμνο από τη γειτονική Ίμβρο.

Σε χώρους καλαίσθητους έχουν εκτεθεί με χρονολογική σειρά τα ευρήματα που καλύπτουν την ανθρώπινη δραστηριότητα στο νησί από τη νεολιθική μέχρι και τη ρωμαϊκή περίοδο.

Στο Ρωμέικο γυαλό είναι και το Μητροπολιτικό Μέγαρο. Εντυπωσιακό το κτίριο που υπήρξε άλλοτε η κατοικία του Αιγυπτιώτη Αντώνη Αντωνιάδη που το 1911 το πρόσφερε στην Ιερά Μητρόπολη Λήμνου και Αγίου Ευστρατίου. Σήμερα λειτουργεί εδώ και το μοναδικό εκκλησιαστικό Μουσείο του νησιού, με εικόνες και ιερά κειμήλια από τη Μύρινα και τα χωριά.Από την άλλη μεριά της πόλης, πέρα από το λιμάνι, ο Τούρκικος γυαλός. Υπήρχαν παλιότερα εδώ τα χαμηλά σπίτια φτωχών Οθωμανών και πιο πέρα το κοιμητήριό τους. Εδώ εγκαταστάθηκαν μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών οι πρόσφυγες από τη Μάδυτο της Προποντίδας και η γειτονιά ονομάστηκε Νέα Μάδυτος.

Η άλλη συνοικία της πόλης είναι το Τσας. Τσας, που στα ρώσικα σημαίνει παρατηρητήριο, ανάμνηση της εποχής που ο Α. Ορλώφ οχύρωνε την πόλη με την Ντάπια στο μικρό ύψωμα που υπάρχει εκεί.

Το λιμάνι αποτελεί τον πυρήνα της εμπορικής και οικονομικής κίνησης στη Λήμνο μιάς και είναι νησί και όλα τα εμπορεύματα φτάνουν εδώ με το καράβι. Εδώ καταπλέουν και οι ψαρόβαρκες φορτωμένες από τους πολυάριθμους ψαρότοπους. Λιμενοβραχίονας υπήρχε εδώ ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα, στα 1858 ήταν με βεβαιότητα πέτρινος. Το μικρό λιμανάκι με το παλιό πλακόστρωτο λέγεται πως είναι βενετσιάνικο. Δεν αποκλείεται μάλιστα να υπήρξαν κάποτε εδώ και νεώρια.

Από το λιμάνι της αγοράς, πλακόστρωτος ο δρόμος, στις δυο πλευρές του τα μαγαζιά. Άλλοτε γινόταν εδώ όλες οι οικονομικές συναλλαγές, σήμερα τα μεγαλύτερα καταστήματα μεταφέρονται σε χώρους εύκολα προσπελάσιμους με το αυτοκίνητο. Η αγορά τείνει να γίνει τμήμα της παλιάς πόλης.

Στην αγορά υπάρχει και ένα εκκλησάκι νεώτερο χτισμένο μόλις το 1988, στη μνήμη των θυμάτων του κινηματογράφου που κάηκε εδώ στις 9 Σεπτέμβρη του 1939. Δέκα λεπτά μόλις μετά την έναρξη της προβολής, το μηχάνημα άρπαξε φωτιά. Η ξύλινη κατασκευή – ένα παλιό τζάμι – λαμπάδιασε. Έγινε ο ομαδικός τάφος 63 ανθρώπων.Ο Μητροπολιτικός Ναός της πόλης, η Αγία Τριάδα, χτίστηκε πάνω στα ερείπια παλιότερης εκκλησίας το 1724. Στα 1770, μετά τα Ορλωφικά, οι Τούρκοι την γκρέμισαν. Τότε στην ξύλινη γέφυρα – πέτρινη σήμερα – που υπάρχει μπροστά στο Ναό απαγχονίστηκε ο Μητροπολίτης Ιωακείμ και 300 πρόκριτοι του νησιού σφαγιάστηκαν κάτω στο λιμάνι. Το 1835 άρχισε να χτίζεται και πάλι, με λεφτά που πρόσφεραν οι Λημνιοί καραβοκύρηδες της εποχής. Πλούσιος είναι ο εσωτερικός διάκοσμος της εκκλησίας και ιδιαίτερα εντυπωσιακό το ξυλόγλυπτο τέμπλο του.

Όλες οι παραλίες της Μύρινας είναι καθαρές, και ο Τούρκικος γυαλός και ο Ρωμέικος και τα Ρηχά Νερά έχουν διακριθεί με Γαλάζιες Σημαίες.

Ο Πλατύς τείνει τα τελευταία χρόνια να εξελιχτεί σε προάστιο Μύρινας, καθώς Μυριναίοι χτίζουν τα σπίτια τους "στο δρόμο προς το Πλατύ". Άλλωστε, οι παραλίες του χωριού χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης και είναι ίσως οι πιο πολυσύχναστες της Λήμνου. Ο Πλατύς αναφέρεται για πρώτη φορά σε χρυσόβουλο αυτοκρατορικό του έτους 1355 με το οποίο παραχωρείται στην Αγιορείτικη μονή της Φιλοθέης. Οι Οθωμανοί το έλεγαν Πασά λιμάνι. Κατά την παράδοση, από εδώ έφυγε ο τελευταίος Τούρκος Διοικητής του νησιού το 1912.

Ωστόσο, η παραλία του Θάνους θεωρείται η καλύτερη στο νησί. Απέραντη η αμμουδιά και πεντακάθαρα τα νερά. Λέγεται πως το χωριό ιδρύθηκε από κάποιον Αθανάσιο – Θάνο – από τα Θάνα της Αρκαδίας. Στην έξοδο του χωριού προς τη θάλασσα εντυπωσιακά είναι τα πλυσταριά της Φάραγγας και του Μεγαλάκκου. Στο δρόμο προς τον Κοντιά βρίσκεται η παραλία του Νεβγάτη ή του Ζυματά όπως αλλιώς ονομάζεται. Υπήρχαν εδώ βυζαντινοί οικισμοί το 14ο αιώνα και μετόχια Μοναστηριών. Ό,τι έχει απομείνει σήμερα είναι η εκκλησία της Παναγίας της Κακαβιώτισσας χτισμένη μέσα στο βράχο.

Ο Κοντιάς μέχρι το 1924 αποτελούσε Δήμο. Λέγεται πως κάποτε εδώ ζούσαν δυο Πελοποννήσιοι γαιοκτήμονες, ο Κονδέας και ο Χανδρέας. Κοντιά είπαν το χωριό, Χαντριά είπαν το ποτάμι. Είναι πάντως ένα από τα ομορφότερα χωριά του νησιού. Χαρακτηριστικό του τα πετρόχτιστα σπίτια, πολλά από τα οποία ανήκουν άλλοτε σε ισχυρούς καραβοκύρηδες. Στην έξοδο προς τα Τσιμάνδρια εκπλήσσει – για τα δεδομένα της Λήμνου – η δεντροστοιχία με τα πλατάνια και τους ευκαλύπτους.

Τα Τσιμάνδρια αναφέρονται ως Σεμάνδρια το 1569. Η παράδοση θέλει την περιοχή κάποτε ιδιοκτησία του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Ιωάννη του Τσιμισκή. Η φράση "στου Τσιμισκή τις μάνδρες" έγινε "στις μάνδρες Τσιμισκή" και κατά συμφυρμό Τσιμάνδρια. Στη θέση Βουρλίδια αποβιβάστηκαν οι άνδρες του Κουντουριώτη και ύψωσαν την Ελληνική σημαία στη γέφυρα κοντά στο σχολείο.
Στο Πορτιανού είχαν στρατοπεδεύσει οι συμμαχικές δυνάμεις το 1915. Εδώ είχε εγκαταστήσει το στρατηγείο του ο Ουίνστον Τσώρτσιλ την ίδια εποχή, όταν, ως Πρώτος Λόρδος του Αγγλικού Ναυαρχείου, διηύθυνε τις επιχειρήσεις των συμμάχων στην Καλλίπολη. Το αρχοντικό που τον φιλοξένησε πρόσφατα αναπαλαιώθηκε. Σώζεται και η πολυθρόνα του γραφείου του Άγγλου πολιτικού. Έξω από το χωριό είναι θαμμένοι οι νεκροί των επιχειρήσεων της Καλλίπολης. Τα τελευταία χρόνια λειτουργεί εδώ το μοναδικό λαογραφικό Μουσείο του νησιού.

Αν το σημερινό χωριό Αγγαριώνες είναι η Αρειώνη/Αριώνη των μοναστηριακών απογραφικών πρακτικών του 1355 ή οι Καρυώνες που αναφέρονται στους κώδικες της Μονής Παντοκράτορος, δεν το ξέρουμε. Η Μονή Παντοκράτορος πάντως φαίνεται πως είχε αξιόλογη περιουσία στην περιοχή: Tο μετόχι Άνω Χωρίων, τη Μονή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος και έναν Πύργο, τον Αλεξόπυργο, γνωστό κυρίως για τη Ρωσική του καμπάνα. Ο πύργος ονομάστηκε έτσι για να τιμηθεί ο ιδρυτής της Μονής του Παντοκράτορος του Αγίου Όρους, Αλέξιος ο Κομνηνός ή Αλέξιος Στρατηγόπουλος.

Το Πεδινό ή ο Πισπέραγος, όπως παλιά ονομαζόταν αναφέρεται σε χρυσόβουλο ήδη το 1393 όταν περιγράφονται οι ιδιοκτησίες της Μονής της Λήμνου που τον περασμένο αιώνα διέθεταν ιστιοφόρα. Καταστράφηκε με τους σεισμούς του 1968. Το χωριό τότε χτίστηκε στην περιοχή της Νέας Κούταλης. Ωστόσο, τα τελευταία χρονιά, τα σπίτια του παλιού χωριού – με θαυμάσιους κήπους – ανακατασκευάζονται και κατοικούνται και πάλι. Η Νέα Κούταλη είναι προσφυγικό χωριό. Δημιουργήθηκε το 1926, όταν 351 κάτοικοι από το Κούταλη της Προποντίδας εγκαταστάθηκαν εδώ. Σφουγγαράδες στην πατρίδα τους, συνέχισαν και εδώ την πατροπαράδοτη τέχνη. Κατέβαιναν παλιότερα μέχρι τις ακτές της Βόρειας Αφρικής. Διάσημος συντοπίτης τους, ο Παναγής ο Κουταλιανός, παλαιστής και αρσιβαρίστας στα τέλη του περασμένου αιώνα. Οι φωτογραφίες του – φορά το δέρμα της τίγρης που έχει σκοτώσει – κοσμούν πολλά σπίτια του χωριού.

Η πλαγιά του λόφου πάνω στον οποίο είναι χτισμένη η Καλλιθέα προσφέρει θέα άκρως εντυπωσιακή, ολόκληρος ο κόλπος του Μούδρου και τα γύρω χωριά. Μέχρι τα μέσα του αιώνα μας ονομαζόταν Σαρπί ή Σαρπίν. Άξιο μνείας είναι το γεγονός ότι εδώ λειτούργησε για πρώτη φορά αλληλοδιδακτικό σχολείο το 1873.

Ο Κάσπακας είναι ένα από τα αρχαιότερα χωριά του νησιού. Ιδρύθηκε στα τέλη του 11ου αιώνα ή στις αρχές του 12ου από το ναύαρχο του Βυζαντινού στόλου Κάσπακα σε κτήμα που του παραχώρησε ο αυτοκράτορας Αλέξιος Α’ ο Κομνηνός. Λέγεται πως εδώ κατέφυγε καταδιωκόμενος από Φράγκους και Βενετούς ο Αλέξιος Δούκας Μούρτζουφλος, σφετεριστής του θρόνου της Κωνσταντινούπολης και αυτοκράτορας το μοιραίο βράδυ της 12ης του Απρίλη του έτους 1204, που η Κωνσταντινούπολη παραδινόταν στα χέρια των Σταυροφόρων. Το ακρωτήριο βόρεια του Κάσπακα φέρει το όνομά του. Γνωστές παραλίες του χωριού, ο Άγιος Γιάννης – πάνω στα βράχια της ακτής είναι χτισμένο το ομώνυμο εκκλησάκι, οπωσδήποτε πριν από το 1858 – και ο Καρβουνόλακκας. Η γύρω έκταση αποτελούσε μετόχι της Μονής του Αγίου Στεφάνου του Κασταμονίτου ήδη από το 1363. Καθώς το νερό ήταν άφθονο εδώ στεγάστηκαν τα πλυσταριά του χωριού.Ο Κορνός αναφέρεται για πρώτη φορά σε απογραφικά πρακτικά το 1361 που αφορούν τις ιδιοκτησίες της Μέγιστης Λαύρας στην περιοχή. Αναφέρεται πως οι κάτοικοι του χωριού – Κορωνός την εποχή εκείνη – είχαν παραχωρηθεί στο μοναστήρι ως πάροικοι. Μέχρι το 1914 αποτελούσε Δήμο και το χωριό μάλλον ευημερούσε. Δεν είναι τυχαίο πως από εδώ κατάγονται πολλοί από αυτούς που αργότερα έχτισαν τα σπίτα τους στο Ρωμέικο γυαλό. Μαζί με το Δήμο Μυριναίων ο Κορνός σήμερα εκμεταλλεύεται τα Θέρμα, τις ιαματικές πηγές της περιοχής. Τα Θέρμα λειτουργούσαν ήδη από το 1415.

Ορεινό και μάλλον απομονωμένο χωριό οι Σαρδές, είναι από τα αρχαιότερα του νησιού. Αναφέρονται σε απογραφικά πρακτικά ήδη από το 1284 ως Αρδείαι. Τα σπίτια – πετρόχτιστα – αποτελούν τυπικά δείγματα της Λημνιακής αγροτικής αρχιτεκτονικής: Μικρή αυλή με περίβολο, διώροφο το σπίτι, πέτρινη εξωτερική σκάλα με μικρό μπαλκόνι που φέρει στον πάνω όροφο κατάλυμα των ανθρώπων. Το κατώι άλλοτε χρησιμοποιόταν για το σταυλισμό των ζώων. Σβέρδια ονομαζόταν παλιότερα η Δάφνη, κι ακόμα πιο παλιά, το 13ο αιώνα Σιβέρδια. Εδώ η εκκλησία των Αγίων Αναργύρων – Κοσμά και Δαμιανού – που θεμελιώθηκε το 1856 όταν βρέθηκε η εικόνα των Αγίων σε κρύπτη σκαμμένη στη γη. Οι Άγιοι και σήμερα θεωρούνται θαυματουργοί. Κατά μια παράδοση, τα άφθονα νερά της περιοχής είναι αποτέλεσμα ενός θαύματος του Αγίου Αθανάσιου του Αθωνίτη. Περνούσε κάποτε ο Άγιος από εδώ, δίψασε, χτύπησε το ραβδί του στο χώμα και ανάβρυσε άφθονο το νερό.

Ο Κατάλακκος δεν ονομάστηκε τυχαία έτσι. Είναι χωριό χτισμένο σε απότομες πλαγιές. Το 13ο αιώνα το έλεγαν Καραπόταμο. Στο χαμηλότερο σημείο του χωριού θεμελιώθηκε στα 1856 ο Άγιος Μόδεστος, Άγιος που προστατεύει τους κτηνοτρόφους και κυρίως τα ζώα τους. Στο πανηγύρι του, στις 18 του Δεκέμβρη, έφτασαν εκατοντάδες οι κεχαγιάδες από τις μάντρες των γύρω περιοχών. Κεχαγιάδες ήταν οι κτηνοτρόφοι της Λήμνου. Φορούσαν άσπρες βράκες, καλπάκι στο κεφάλι, τσερβούλι στα πόδια και χόρευαν τον κεχαγιάδικο και το πάτμα, τοπικούς χορούς.Η παραλία στο Γομάτι αποτελεί μια από τις πιο εκτεταμένες αμμουδιές του νησιού. Στην περιοχή υπήρχαν το 14ο αιώνα πολλοί μικροί οικισμοί και δυο μετόχια: Των Αγίων Κηρύκου και Ιουλίττης και αυτό της Θεομήτορος, που ήταν το πλουσιότερο της Μέγιστης Λαύρας στη Λήμνο. Μέχρι το 1928 ζούσε εδώ ένας καλόγερος. Στη Μονή της Θεομήτορος ανήκε και το ακατοίκητο νησί Σεργίτσι – ο Σιδερίτης των Βυζαντινών. Η Παπιά – παραλία στα ανατολικά – θεωρείται εξαιρετικός ψαρότοπος.
Κάποτε, λέει, ένας βασιλιάς του νησιού αποφάσισε να το μοιράσει στους δυο γιούς του. Έκρινε πως το πιο δίκαιο θα ήταν να ξεκινήσουν και οι δυο από τα δυο άκρα του νησιού, την Πλάκα και τη Μύρινα, με την αυγή και να το χωρίσουν εκεί που θα συναντιόταν. Όλως παραδόξως συναντήθηκαν στο σημερινό Άγιο Δημήτριο. Αυτός που ξεκίνησε από τη Πλάκα είχε ξεκινήσει πολύ πριν το χάραμα κι ο άλλος τον αποκάλεσε "Λέρα". Έκτοτε το χωριό ονομάστηκε Λέρα. Επρόκειτο για ένα από τα δυο χωριά του νησιού με αμιγή οθωμανικό πληθυσμό πριν από την απελευθέρωση. Μετά από την ανταλλαγή των πληθυσμών εγκαταστάθηκαν εδώ 556 πρόσφυγες από το Ρείς Ντερέ του Τσεσμέ της Μικράς Ασίας. Είπαν το χωριό τους Άγιο Δημήτριο για να τιμήσουν τον Πολιούχο Άγιο της πατρίδας τους. Αμπελουργοί στην πατρίδα τους, αμπελουργοί και στη Λήμνο. Καλλιέργησαν μάλιστα μια εξαιρετική ποικιλία μοσχάτων σταφυλιών, από τα οποία παράγεται η μεγαλύτερη ποσότητα του κρασιού της Λήμνου. Αποδείχτηκαν και εξαιρετικοί μουσικοί. Ακόμα και οι νεώτερες γενιές έχουν το ρυθμό μέσα τους.

Το Λιβαδοχώρι αναφέρεται σε χρυσόβουλο το 1355 ως Λιβατοχώριο ή Λιβαδοχώριον. Αναπτύχθηκε γρήγορα, αφού βρίσκεται στο κέντρο μιας εκτεταμένης πεδιάδας. Μέρος της σημασίας του πρέπει να οφείλεται στο γειτονικό Μοναστήρι του Αγίου Παύλου, όπου είχε μεταφερθεί προσωρινά η Μητρόπολη της Λήμνου μετά το 1390 και πριν από το 1447 και που κατείχε 3000 στρέμματα, τα ευφορότερα του νησιού. Λέγεται πως ο ίδιος ο Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος παραχώρησε το μοναστήρι στους Λημνιούς προκειμένου να καλύψουν με τα έσοδά του εκπαιδευτικούς και εκκλησιαστικούς σκοπούς. Στις αρχές του 19ου αιώνα με σουλτανικό φιρμάνι παραχωρήθηκε στη χριστιανική κοινότητα του νησιού. Έκτοτε διοικείται από Παλλημνιακή Επιτροπή.

Το Καρπάσι είναι ένα από τα σχετικά νέα χωριά, αναφέρεται στα μέσα του 19ου αιώνα. Το 1901 χτίστηκε εδώ η εκκλησία του Αγίου Παχωμίου.

Καταμεσής μιας ανοικτής και εύφορης πεδιάδας η Ατσική είναι ένα από τα πλουσιότερα χωριά του νησιού. Επίσης, είναι ένα από τα παλαιότερα χωριά – αναφέρεται ήδη από το 1284. Στα 1860 σημειώθηκε στο Αιγαίο η τελευταία πειρατική επιχείρηση. Πρωταγωνιστής και θύμα της ο Ατσικιώτης Ψυρρούκης. Ο πειρατής και οι σύντροφοί του είχαν λεηλατήσει το Πορτιανού. Φεύγοντας τα ξημερώματα φορτωμένη τη λεία τους έπεσαν πάνω σε Οθωμανική περίπολο. Στη συμπλοκή που ακολούθησε σκοτώθηκε ο ίδιος ο Ψυρρούκης.

Το μικρότερο σήμερα χωριό της Λήμνου είναι το Προτούλι.

Αναφέρεται σε έγγραφο που αφορά τις ιδιοκτησίες της Μονής του Διονύσου το "λουτρόν του Περπούρου". Λέγεται πως οι χριστιανοί κάτοικοι του χωριού παραχώρησαν τις περιουσίες τους στη Μονή της Πέτρας του Αγίου Όρους για να μην πέσουν στα χέρια των Οθωμανών.Το Βάρος είναι χτισμένο πάνω σε χαμηλό έξαρμα του εδάφους, πάνω στο οποίο διακρίνονται μισογκρεμισμένοι ανεμόμυλοι. Κάποτε, λέει, την εποχή ενός φοβερού λοιμού, στον ύπνο μιας γυναίκας παρουσιάστηκε ένας άνδρας και της είπε να φτιάξει μια κλώστη μονομερίτικη και με αυτή να κυκλώσει το χωριό, για να το γλυτώσει από το θανατικό. Όταν η γυναίκα τον ρώτησε ποιος ήταν, της είπε πως το πρωί θα τη περίμενε πίσω από τη θύρα της εκκλησίας του χωριού, του Αγίου Χαραλάμπους. Το πρωί η γυναίκα δε βρήκε παρά την εικόνα του Αγίου πίσω από την πόρτα, η οποία όμως είχε μετακινηθεί από το εικονοστάσιο. Από τότε οι κοπέλες του χωριού του Αγίου Χαραλάμπους το κυκλώνουν με μια κλωστή μονομερίτικη.

Από τα αρχαιότερα χωριά του νησιού και το Ρεπανίδι. Αναφέρεται ήδη από το 1285. Επίσης, από τα πλουσιότερα χωριά, καθώς ο κάμπος είναι μεγάλος και η γη εύφορη. Στην κάμπο κατά συστάδες υπάρχουν βελανιδιές, υπολείμματα ενός δάσους. Τα βελανίδια αποτελούσαν εμπορεύσιμο είδος και οι Ρεπανιδιώτες διέθεταν ιστιοφόρα για τη μεταφορά τους. Γύρω στα 1840 χτίστηκε η παλιότερη εκκλησία του χωριού, ο Άγιος Γεώργιος, βασιλική "Λεσβιακού τύπου" με γύψινο διάκοσμο στο εσωτερικό της. Εδώ λειτούργησε και ένα από τα πρώτα σχολεία του νησιού. Το 1824 τα παιδιά μάθαιναν γράμματα σε έναν ανεμόμυλο, αργότερα σε ένα αγγειοπλαστείο μέχρι το 1875, χρόνια που χτίστηκε το σχολείο. Στο έμπα του χωριού, από τη μεριά του Κότσινα υπάρχουν τα περίφημα πιθάρια. Πρόκειται για αγγεία σκαμμένα σε ηφαιστειογενές στρώμα. Είναι ιδιωτικά – ανήκουν σε συγκεκριμένες οικογένειες – και χρησιμοποιούνται για την αποθήκευση κρασιού και σιτηρών.

Άλλοτε χωριό με πληθυσμό Ελληνικό και Τούρκικο ο Άγιος Υπάτιος, σήμερα είναι ερημωμένο. Εδώ ήταν εγκατεστημένος ο χότζας, εδώ και το μεγαλύτερο τζαμί του νησιού. Πριν από το 1858 χτίστηκε η εκκλησία του Αγίου Αθανασίου που σώζεται ακόμα και που είναι γνωστή για το τέμπλο της, εξαιρετικό δείγμα της Λημνιακής λαϊκής ζωγραφικής.

Το Κοντοπούλι είναι από τα μεγαλύτερα χωριά του νησιού. Καθώς τα εδάφη εδώ είναι ιδιαίτερα παραγωγικά και καθώς οι κάτοικοί του επιδόθηκαν με ιδιαίτερο ζήλο στην καλλιέργειά τους, γνώρισε μεγάλη ακμή, κυρίως τον περασμένο αιώνα. Παρά τις καταστροφές που προξένησαν οι Γερμανοί την περίοδο 1941- 1944, διατηρεί μέρος από την αλλοτινή του αίγλη. Το 1948 εξόριστος στο Κοντοπούλι ήταν ο Γιάννης Ρίτσος, οι παλιότεροι τον θυμούνται ακόμα. Εδώ έγραψε το "Καπνισμένο Τσουκάλι".

Σύμφωνα με τη παράδοση η Καλλή ήταν μεγαλο-ιδιοκτήτρια της περιοχής. Οι υποτακτικοί της δημιούργησαν το χωριό Καλλιόπη. Η μαρμάρινη σαρκοφάγος της Καλλής διακοσμημένη με ανάγλυφες παραστάσεις είναι εντοιχισμένη στον περίβολο του σημερινού νεκροταφείου. Το 1869 χτίστηκε ο Άγιος Γεώργιος που τον γιορτάζουν με ιπποδρομίες.

Ανατολικά της Καλλιόπης βρίσκεται ο όρμος του Κέρος. Αμμόλοφοι κατά μήκος της παραλίας και εξαιρετικά ρηχά τα νερά του. Μεταξύ του χωριού και του όρμου η Χορταρόλιμνη. Συγκεντρώνει τα νερά των βροχών το χειμώνα και κοπάδια περαστικών πουλιών βρίσκουν εδώ καταφύγιο: αγριόχηνες, αγριόπαπιες, κύκνοι, ξυλόκοτες.

Γύρω στα 1866 ορισμένες οικογένειες έφυγαν από τον Άγιο Υπάτιο και εγκαταστάθηκαν στην Παναγία πάνω στα ερείπια μιας παλιότερης εκκλησίας, της Παναγίας της Σεργουνιώτισσας. Η θάλασσα στο ακρωτήρι Σωτήρος – ονομάστηκε έτσι από το ναό της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα – καθώς δεν προσβάλλεται από ανέμους προσφέρεται για μπάνιο.

Η Πλάκα είναι επίσης ένα από τα νεώτερα χωριά του νησιού. Ιδρύθηκε μόλις το 19ο αιώνα. Βορειοανατολικά του χωριού η χερσόνησος του Αη-Γιάννη. Στις ξέρες των Μυθώνων είναι βυθισμένη μια αρχαία πολιτεία. Τα ερείπια των σπιτιών και των πλακόστρωτων δρόμων διακρίνονται καθαρά. Πιστεύται πως πρόκειται για την Ομηρική Χρύση που βυθίστηκε το 197 π.Χ., κατά τον Παυσανία. Εκεί, σύμφωνα με το μύθο, το φίδι δάγκωσε τον ήρωα του Τρωϊκού πολέμου Φιλοκτήτη. Η πιο όμορφη από τις σχετικές παραδόσεις θέλει τον ήρωα να γιατρεύεται με τη θαυματουργή λάσπη από τη θέση Ρουσούνια στον Άγιο Χαράλαμπο. Η λάσπη πάντως υπήρξε ιδιαίτερα αποτελεσματική για τις ισχιαλγίες και τους ρευματισμούς. Η Χριστιανική εκδοχή υποστηρίζει πως η ρίζα του δέντρου που βρίσκεται κοντά στην εκκλησία του Αγίου Χαράλαμπους έφτασε μόνη της από τη θάλασσα, έχοντας πάνω της την εικόνα του Αγίου. Από τη ρίζα αυτή, που αν και βρέχεται από τη θάλασσα δε σαπίζει, αναβρύζει το αγίασμα.

Καθώς έμπαινε κανείς παλιά στον κόλπο του Μούδρου τα πρώτα φώτα που έβλεπε ήταν τα λυχνάρια των Λύχνων. Το χωριό αναφέρεται μόλις στα τέλη του 18ου αιώνα.Στα τέλη του 18ου αιώνα αναφέρεται για πρώτη φορά και το Ρωμανού. Το χωριό είναι γνωστό κυρίως για την πέτρα του, γκριζόμαυρος γρανίτης, από την οποία είναι χτισμένα τα περισσότερα από τα αρχοντικά του νησιού. Στην είσοδο του χωριού υπάρχει μια βρύση – αγίασμα που ανακαινίστηκε το 1849. Η εκκλησία της Γέννησης χτίστηκε λίγο νωρίτερα, το 1830. Οι αγιογραφίες του τέμπλου, αλλά και ολόκληρου του εσωτερικού είναι έργο του γνωστού Ίμβρου αγιογράφου Ευστρατίου Χαϊμεντέ. Έξω από το χωριό υπάρχει η εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου, με το εντυπωσιακό πέτρινο τέμπλο της. Το πανηγύρι στη γιορτή του Αγίου συγκέντρωνε πιστούς από όλο το νησί, αλλά και σήμερα εξακολουθεί να είναι το πιο πολύκοσμο.

Ο Μούδρος συνεχίζει να είναι το εμπορικό κέντρο της Ανατολικής Λήμνου. Το 1380 περίπου αποτελούσε μετόχι της Μονής Βατοπεδίου. Το 18ο αιώνα έσωζε δυο κάστρα: Αυτό του Μούδρου και αυτό που ο Μέγας Στρατοπεδάρχης Αστράς χάρισε στη Μονή Βατοπεδίου. Σήμερα διαθέτει δυο εκκλησίες: Των Ταξιαρχών που μάλλον χτίστηκε το 1370 και της Ευαγγελίστριας που χτίστηκε το 1904. Ο Μούδρος οφείλει τη σημασία του κυρίως στο λιμάνι. Πρόκειται για ένα από τα καλύτερα φυσικά λιμάνια της Μεσογείου, αν όχι το καλύτερο. Ο κόλπος του Μούδρου, προστατευμένος από τους βορείους ανέμους και από τα ρεύματα των Δαρδανελλίων, είναι πλωτός ακόμα και από μεγάλα θωρηκτά. Αυτό και μόνο του δίνει σπουδαία στρατηγική σημασία. Κατά τους Βαλκανικούς πολέμους αποτέλεσε ορμητήριο του Παύλου Κουντουριώτη – δική του δωρεά είναι ο Επιτάφιος της Ευαγγελίστριας. Την περίοδο 1914 – 1916 ήταν ναυτική βάση των Συμμάχων για τις επιχειρήσεις της Καλλίπολης και των Δαρδανελλίων, αλλά και βάση του ανεφοδιασμού τους. Αγκυροβόλησαν τότε στον κόλπο ως και 500 πλοία και φιλοξενήθηκαν στην περιοχή ως και 30.000 στρατιώτες. Η παρουσία τους συντέλεσε τότε στην άνθιση του εμπορίου.

Λίγο έξω από το Μούδρο, προς το Ρουσσοπούλι, ευρίσκεται το συμμαχικό νεκροταφείο. Εδώ βρίσκονται θαμμένοι νεκροί από τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο κατά συστάδες, ανάλογα με την εθνικότητά τους.

Το 1321 αναφέρονται τα "καλύβια του Ρωσσόπουλου". Με την πάροδο του χρόνου τα καλύβια αποτέλεσαν το σημερινό Ρουσσοπούλι. Η εκκλησία του, ο Άγιος Δημήτριος χτίστηκε το 1801.Τα Καμίνια αναφέρονται ήδη από το 1346 σε απογραφικά πρακτικά. Η περιοχή ωστόσο είναι γνωστή για τις αρχαιότητές της: Ο προϊστορικός οικισμός της Πολιόχνης, οι λαξευμένοι στους βράχους τάφοι και βεβαίως η περίφημη στήλη των Καμινίων. Πρόκειται για μια πλάκα που βρέθηκε εντοιχισμένη τον περασμένο αιώνα στο εκκλησάκι του Αγίου Αλέξανδρου και έκτοτε πολλές διαφωνίες έχει προκαλέσει σε αρχαιολόγους, γλωσσολόγους και φιλόλογους. Απεικονίζεται η μορφή ενός πολεμιστή με δόρυ. Έχουν χαραχτεί πάνω της δυο επιγραφές, στο Ελληνικό αλφάβητο, που αποδίδουν όμως άγνωστη μέχρι σήμερα γλώσσα. Η παράδοση αναφέρει πως η εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου χτίστηκε όταν η Παναγία παρουσιάστηκε στο όνειρο μιας πιστής και της υπέδειξε να βρει την εικόνα της και να χτίσει εκεί ναό. Σήμερα παράγουν στο χωριό μια μοναδική ποικιλία γλυκάνισου, απαραίτητο για την απόσταξη του Λημνιακού ούζου.

Από τα πιο απομακρυσμένα χωριά του νησιού η Αγία Σοφία, αλλά και από τα αρχαιότερα. Αναφέρεται ήδη από το 1303 σε απογραφικά πρακτικά. Η παραδοσιακή Λημνιακή αρχιτεκτονική διατηρείται και στη γύρω περιοχή διακρίνονται τα ερείπια ανεμόμυλων. Η εκκλησία της Αγίας Σοφίας χτίστηκε το 1912 πάνω σε παλιότερα ερείπια. Καταστράφηκε με τους σεισμούς του 1968. Λέγεται πάντως, πως συχνά παρουσιαζόταν η Αγία Σοφία σε ευσεβείς κατοίκους του χωριού και πως τους φανέρωνε τα όσα επρόκειτο να συμβούν, με λευκό ρούχο άμα ήταν ευχάριστα, με μαύρο άμα ήταν δυσάρεστα.

Η Φυσίνη αναφέρεται μόλις στα μέσα του περασμένου αιώνα. Ωστόσο στην περιοχή υπάρχουν ερείπια Μεσαιωνικών κτισμάτων. Τα τοπωνύμια της περιοχής απαντώνται σε αγιορείτικα πρακτικά ήδη από το 14ο αιώνα. Χαρακτηριστικό είναι ότι εδώ, όπως και στην Αγία Σοφία, διασώζεται ο τύπος του αγροτικού σπιτιού με την αξάτη να προεξέχει μπροστά από την έξοδο. Έξω από το χωριό, ο Άγιος Σώζων, πολιούχος της Λήμνου.

Αρχαιότατο χωριό και η μακρινή Σκανδάλη. Αναφέρεται το 1321 σε απογραφικά πρακτικά ως Σκανδάλη και Σκανδαλού. Σήμερα θεωρείται πως παράγει το καλύτερο μέλι του νησιού.


Back to Top